Η συμβολή των κοινωνικών συνομιλητών στο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Απασχόληση
Η περίπτωση της Ελλάδας
Ημερομηνία: 25-11-2003
Θέματα διαδικασίας
Στις 23 Ιουλίου 2003, ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων δημοσιοποίησε τις κατευθυντήριες γραμμές του νέου Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Απασχόληση (ΕΣΔΑ) και προσκάλεσε τους κοινωνικούς συνομιλητές που συμμετέχουν στην Εθνική Επιτροπή Απασχόλησης σε συνάντηση μια εβδομάδα αργότερα. Στη σχετική συνάντηση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 30 Ιουλίου 2003, κλήθηκαν να συμμετέχουν εκπρόσωποι των εργοδοτικών οργανώσεων (ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ και ΣΕΒ), των συνδικάτων (ΓΣΕΕ) καθώς και οι Γενικοί Γραμματείς διαφόρων Υπουργείων, Περιφερειών και Οργανισμών της χώρας, όπως ορίζει και ο νόμος 3144/2003 «Κοινωνικός διάλογος για την προώθηση της απασχόλησης και την κοινωνική προστασία και άλλες διατάξεις» σχετικά με τη συγκρότηση και την σύνθεση της Εθνικής Επιτροπής Απασχόλησης (GR0304102F). Σκοπός της Επιτροπής είναι η προώθηση του Κοινωνικού Διαλόγου για τη διαμόρφωση πολιτικών που αποσκοπούν στην αύξηση της απασχόλησης και την αντιμετώπιση της ανεργίας, η γνωμοδότηση για τη διαμόρφωση, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Απασχόληση και γενικώς για τις πολιτικές σε εργασιακά θέματα και για θέματα εργατικού δικαίου (νόμος 3144/2003, άρθρο 1, παράγραφος 3).
Κατά την πρώτη συνεδρίαση αντηλλάγησαν απόψεις σχετικά με το περιεχόμενο του νέου Σχεδίου Δράσης για την Απασχόληση και ζητήθηκε από τους κοινωνικούς συνομιλητές να στείλουν τις παρατηρήσεις τους επί του προσχεδίου που παρουσίασε το Υπουργείο. Στη συνέχεια το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων απέστειλε πρόσκληση για την διεξαγωγή σχετικής συνεδρίασης της Εθνικής Επιτροπής Απασχόλησης με αντικείμενο τη συνεισφορά των κοινωνικών συνομιλητών και την οριστικοποίηση και έγκριση του τελικού κειμένου εργασίας του ΕΣΔΑ για το 2003. Η συνεδρίαση αυτή πραγματοποιήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου και ενώ οι εργοδοτικές οργανώσεις όσο και τα συνδικάτα είχαν στείλει τις προτάσεις και τις θέσεις τους για το ΕΣΔΑ από τις αρχές του Σεπτεμβρίου.
Επισημαίνεται ότι το ΕΣΔΑ για το 2003, όπως και τα ΕΣΔΑ των πέντε προηγούμενων κατά σειρά ετών, δεν περιλαμβάνει κανένα μέρος ή κεφάλαιο που να υπογράφεται από τους κοινωνικούς συνομιλητές. Παράλληλα στο τελικό κείμενο δεν εμφανίζονται (ακόμη και υπό μορφή παραρτήματος) οι θέσεις των κοινωνικών συνομιλητών. Παρόλα αυτά στο νέο Σχέδιο εντοπίζονται σημαντικά σημεία σύγκλισης με τις απόψεις των κοινωνικών συνομιλητών, τουλάχιστον σε επίπεδο γενικών αρχών, κυρίως όσον αφορά τη διαπίστωση των αρνητικών συμπτωμάτων (όχι των αιτιών τους) της ελληνικής αγοράς εργασίας και την αναγκαιότητα προσήλωσης στους στόχους της Λισσαβόνας, την αναγκαιότητα τόνωσης της επιχειρηματικότητας και ενίσχυσης των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) και τη βελτίωση του συστήματος εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης.
Ζητήματα πολιτικής
Η διαδικασία εκπόνησης του ΕΣΔΑ 2003 δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ικανοποιητική από την άποψη της μη-ουσιαστικής συνεργασίας και εμπλοκής των κοινωνικών φορέων σε εθνικό και ιδιαίτερα περιφερειακό επίπεδο. Αντίστοιχη κριτική από τους κοινωνικούς συνομιλητές για τον τρόπο διαμόρφωσης πολιτικής για την αγορά εργασίας έλαβε χώρα και τα προηγούμενα έτη συγκρότησης των ΕΣΔΑ. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, αν εξαιρέσουμε τον σημαντικό εμπλουτισμό του με πίνακες, διαγράμματα και παραρτήματα, το περιεχόμενο του προσχεδίου του ΕΣΔΑ 2003 που κατατέθηκε στους κοινωνικούς συνομιλητές στα τέλη Ιουλίου δεν διαφοροποιείται σημαντικά από το τελικό κείμενο.
Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι το φετινό ΕΣΔΑ φαίνεται να αναγνωρίζει την ορθότητα της κριτικής των κοινωνικών συνομιλητών σε ορισμένες παρεμβάσεις πολιτικής των προηγούμενων ετών (για παράδειγμα η κριτική του νόμου 2874/2000, ΕΣΔΑ 2003, σελ. 31-32, 41, 45), ενώ είναι γεγονός ότι πραγματοποιείται στενότερη διασύνδεση του ΕΣΔΑ με το ΕΣΔεν (Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Κοινωνική Ένταξη), η οποία προκύπτει όχι μόνο από την παράλληλη χρονικά προετοιμασία τους, αλλά και την προετοιμασία τους στο πλαίσιο της λειτουργίας των νεοσύστατων Επιτροπών Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τις θεσμοθετημένες συμφωνίες που έλαβαν χώρα κατά το τελευταίο διάστημα, οι βασικότερες των οποίων αναφέρονται παρακάτω, ενισχύουν αναμφίβολα το συναινετικό κλίμα διαλόγου και συνεργασίας μεταξύ των κοινωνικών συνομιλητών και του κράτους που έχει καλλιεργηθεί την τελευταία δεκαετία απέναντι σε ένα παραδοσιακό κλίμα ανταγωνισμού και αντιπαράθεσης.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα των συμφωνιών και των δράσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα από το κράτος με την άμεση-έμμεση εμπλοκή των κοινωνικών συνομιλητών και στο πλαίσιο της ενσωμάτωσης των επίσημων κατευθύνσεων άσκησης πολιτικής για την απασχόληση είναι οι παρακάτω παρεμβάσεις/ πρωτοβουλίες:
- Αναφορικά με την ποιότητα και την προσαρμοστικότητας - ευελιξία της εργασίας δεν αναφέρεται καμία συμφωνία στο χρονικό διάστημα αναφοράς.
- Ανάπτυξη ανθρωπίνου δυναμικού: Σχέδιο Νόμου για το Εθνικό Σύστημα Σύνδεσης της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης με την Απασχόληση (Ε.Σ.Σ.Ε.Ε.Κ.Α.).
- Ισότητα των φύλων και μέτρα συμφιλίωσης οικογένειας και εργασίας: Τα άρθρα 6 και 7 της νέας Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) περιέχουν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις λήψης άδειας για τη φροντίδα των παιδιών και της ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών για τις μονογονεϊκές οικογένειες. Παράλληλα το άρθρο 10 της ΕΓΣΣΕ 2002-2003 απαγορεύει την απόλυση εξαρτημένου ατόμου εξαιτίας της εξάρτησης, για διάστημα 4 μηνών από την ένταξη τους σε πρόγραμμα απεξάρτησης και μόνο για μία φορά.
- Διευκόλυνση της ένταξης στην αγορά εργασίας: Συνεχίζεται η διαδικασία ανασυγκρότησης και εκσυγχρονισμού του ΟΑΕΔ και η προσπάθεια ενίσχυσης των προγραμμάτων εξατομικευμένης παρέμβασης στους ανέργους και στις ειδικές κοινωνικές ομάδες.
- Παράταση του εργάσιμου βίου και αύξηση της προσφοράς εργασίας: Αναφορικά με τη συγκεκριμένη κατεύθυνση αξίζει να σημειωθούν η Μεταρρύθμιση του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης (νόμος 3029/2002) και το άρθρο 11 της ΕΓΣΣΕ 2002-2003.
Τα συνδικάτα θεωρούν ότι οι ασκούμενες πολιτικές για την αγορά εργασίας δεν θα πρέπει να περιορίζονται και να εξαντλούνται σε πολιτικές που δρουν μονομερώς στην πλευρά της προσφοράς εργασίας. Με άλλα λόγια η μετάθεση του κέντρου βάρους στις ενεργητικές πολιτικές (επιδότηση νέων θέσεων εργασίας, προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης και λοιπά) δεν αποτελούν πανάκεια για την αντιμετώπιση της ανεργίας, καθώς απαιτούνται ολοκληρωμένες παρεμβάσεις για τον εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων, την αύξηση των επενδύσεων (δημόσιων και ιδιωτικών) σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο και τη βελτίωση της ποιότητας των εργασιακών σχέσεων.
Ως εκ τούτου ειδικότερα ενδεικτικά μέτρα που προτείνονται από τα συνδικάτα αποτελούν: η ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και η ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας, η μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση των αποδοχών, η αύξηση των επιδομάτων ανεργίας στο 80 τοις εκατό του βασικού μισθού και η αύξηση της διάρκειας επιδότησης, η δημιουργία αντικινήτρων απόλυσης στους εργοδότες με στόχο την διάσωση απειλούμενων θέσεων εργασίας, η βελτίωση του τρόπου αξιοποίησης των πόρων του ΛΑΕΚ και της λειτουργίας του ΟΑΕΔ, η ενίσχυση του ρόλου της συλλογικής διαπραγμάτευσης σε ζητήματα απασχόλησης, κατάρτισης και εκσυγχρονισμού της οργάνωσης εργασίας.
Αντίστοιχα για την εργοδοτική πλευρά (ΣΕΒ) η ανάπτυξη μπορεί να δώσει απάντηση στο πρόβλημα της ανεργίας και σημαντικό ρόλο σε αυτό συμβάλλει η δημιουργία ενός περιβάλλοντος, όπου μπορούν να ευδοκιμήσουν η επιχειρηματική πρωτοβουλία και το καινοτομικό πνεύμα. Απαραίτητα βήματα σε αυτήν την κατεύθυνση αποτελούν η απλοποίηση του κανονιστικού πλαισίου και των διαδικασιών για την έναρξη μιας επιχείρησης, η ενίσχυση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών κατάρτισης και η διεύρυνση των ευκαιριών δια βίου μάθησης. Παράλληλα ο ΣΕΒ τονίζει την ακαταλληλότητα και την ακαμψία των ρυθμίσεων σχετικά με τις υπερωρίες και την υπερεργασία προτείνοντας την αναθεώρηση του νόμου 2874/2000 και την ολοκλήρωση της αναδιοργάνωσης του ΟΑΕΔ με στόχο την μετατροπή της οργάνωσης σε πελατοκεντρική. Τέλος ο ΣΕΒ επισημαίνει την αναγκαιότητα εξάλειψης του φαινομένου της αδήλωτης εργασίας.
Σύμφωνα με τις προτάσεις της ΓΣΕΕ απαιτείται η αξιολόγηση των εφαρμοζόμενων πολιτικών για την αγορά εργασίας και την απασχόληση σε ετήσια βάση και με την αναβαθμισμένη και ενεργό συμμετοχή των κοινωνικών συνομιλητών. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να αντιμετωπιστούν οι παρατηρούμενες ανεπάρκειες στον τρόπο ανίχνευσης των αναγκών της αγοράς εργασίας και η σύζευξη τους με την προσφορά εργασίας, καθώς και στον τρόπο πραγματικής αποτύπωσης της αγοράς εργασίας, ιδιαίτερα σε τοπικό επίπεδο. Παράλληλα τα συνδικάτα τονίζουν την αναγκαιότητα να αυξηθούν οι πόροι και οι δαπάνες που διατίθενται για την απασχόληση και την κοινωνική προστασία σε άμεση σύνδεση και με την προσπάθεια δημιουργίας ενός περιβάλλοντος μακροοικονομικής σταθερότητας και ανάπτυξης.
Η επίμονη διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα προκαλεί σημαντικό προβληματισμό αναφορικά με την καταλληλότητα των πολιτικών απασχόλησης που εφαρμόστηκαν τα προηγούμενα έτη εκπόνησης των ΕΣΔΑ. Άλλωστε όπως περιγράφεται και από τα στοιχεία της ΓΣΕΕ η πρόσφατη μείωση της ανεργίας προέρχεται σε κάποιο βαθμό από τη μείωση του εργατικού δυναμικού. Τέλος σημαντική πνοή για την τόνωση της απασχόλησης θεωρείται η σταδιακή μείωση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας στις 35 ώρες με την επίτευξη συμφωνίας για συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα προσέγγισης του στόχου. Αξίζει να σημειωθεί ότι και στο φετινό ΕΣΔΑ δεν γίνεται καμία αναφορά στο ενδεχόμενο μείωσης των χρονικών ορίων εργασίας.
Το κείμενο παρατηρήσεων του ΣΕΒ επισημαίνεται η αναγκαιότητα αναθεώρησης των διατάξεων του νόμου 2874/2000 για τις υπερωρίες και την παροχή πρόσθετης εργασίας, καθώς όπως αναφέρεται στο τελικό κείμενο του ΕΣΔΑ 2003 οι συγκεκριμένες διατάξεις δεν συνέβαλαν ουσιαστικά στην διεύρυνση της απασχόλησης. Παράλληλά ο ΣΕΒ θεωρεί ότι σημαντική πρόκληση για το ΕΣΔΑ 2003 μπορεί να αποτελέσει η δέσμευση της πολιτείας για μείωση των ενεργειών έναρξης λειτουργίας μιας επιχείρησης σε 15 (από 28 που χρειάζονται σήμερα) εντός του τρέχοντος έτους.
Σχόλιο
Στην Ελλάδα έχουν εφαρμοσθεί μέχρι στιγμής πέντε ΕΣΔΑ, των οποίων τα αποτελέσματα δεν έχουν επαρκώς αξιολογηθεί, γεγονός το οποίο επηρεάζει αρνητικά το περιεχόμενο του κοινωνικού διαλόγου μεταξύ της κυβέρνησης και των κοινωνικών συνομιλητών. Παρόλα αυτά το νέο ΕΣΔΑ, αν και δεν καταφέρνει να ενσωματώσει πλήρως και ουσιαστικώς τις απόψεις των κοινωνικών συνομιλητών, εντούτοις διαφοροποιείται από τα προηγούμενα ΕΣΔΑ στο ότι γίνεται μεγαλύτερη προσπάθεια στενότερης σύνδεσης των επιχειρούμενων στόχων με τους άξονες της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής. Η εξέλιξη αυτή σε καμία περίπτωση δεν υπονοεί την ύπαρξη ενός γενικότερου consensus για τα θέματα των εργασιακών σχέσεων και της αγοράς εργασίας, καθώς εξακολουθεί να παρατηρείται μια διαφορετική φιλοσοφία στους προσανατολισμούς για την απασχόληση και στον τρόπο παρέμβασης στην αγορά εργασίας. Επιπλέον σημαντικά ζητήματα, όπως η μείωση του χρόνου εργασίας και η διευκόλυνση στη χρήση του μέτρου των υπερωριών, η ρύθμιση των ευέλικτων μορφών εργασίας παραμένουν ανοικτά πεδία διαπραγμάτευσης
(Λευτέρης Κρέτσος, ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ).
Πηγή: European Industrial Relations Observatory Online
http://www.eiro.eurofound.ie/2003/10/feature/gr0310103f.html